Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Μην ήταν γκέτο, μην ήταν άντρο;

Του Δημοσθένη Κούρτοβικ

 
Αρνούμαι να το πω βίλα Αμαλία. Ούτε βίλα υπήρξε ούτε κατοικήθηκε ποτέ από κάποια Αμαλία αυτό το λιτά αρχοντικό οικοδόμημα του Τσίλερ. Ηταν το Β' Γυμνάσιο, το σχολείο μου, εκεί όπου μπήκα παιδί και βγήκα στο τέλος της εφηβείας, αυτά τη δεκαετία του 1960. Πολύ αργότερα, όταν είχε πάψει από καιρό να είναι σχολείο, περνούσα συχνά από εκεί και σφιγγόταν η καρδιά μου καθώς το έβλεπα άδειο, παρατημένο στην τύχη του, ολοένα και πιο ερειπωμένο, όπως τόσα και τόσα ιστορικά κτίρια της Αθήνας. Υστερα, το 1990, ήρθε η κατάληψη. Εξακολούθησα να περνάω από έξω κάθε τόσο. Είχε γίνει καλύτερο, είχε γίνει χειρότερο; Δεν μπορώ να πω. Η αλήθεια είναι ότι τίποτα στην όψη του ή στην όψη των νεαρών που έβλεπα γύρω από την είσοδό του δεν με προσκαλούσε να μπω μέσα για να πάρω μια γεύση από τον πολιτισμικό οργασμό που λέγεται τώρα ότι φιλοξενούσαν οι αίθουσές του. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Ισως οι μορφωτικές δραστηριότητες που γίνονταν εντός απευθύνονταν σε ανθρώπους της ίδιας ηλικίας, της ίδιας κουλτούρας και των ίδιων ιδεών με τους καταληψίες. Δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό.   
Πρέπει να πω ότι βρίσκω, καταρχήν, θετική την ιδέα της οργάνωσης και διαχείρισης εγκαταλειμμένων χώρων από ομάδες συνειδητοποιημένων πολιτών. Υποστήριξα μάλιστα ένθερμα πριν από μερικά χρόνια από αυτήν εδώ την εφημερίδα μια τέτοια κίνηση, συγκεκριμένα τη μετατροπή της παλιάς Δημοτικής Αγοράς της Κυψέλης από ρυπαρό και νοσογόνο ρημάδι σε εστία πολιτισμικών και άλλων κοινωφελών εκδηλώσεων. Εκεί γίνονταν πράγματι τέτοιες εκδηλώσεις, το γνωρίζω εξ ιδίας πείρας, και ήταν ανοιχτές στον καθένα. Επαψα ωστόσο να είμαι τόσο ένθερμος υποστηρικτής αυτής της υπόθεσης, για λόγους που αισθάνομαι πως μπορώ να τους μεταφέρω και στην περίπτωση της κατάληψης του Β' Γυμνασίου.
Ηταν, πρώτα πρώτα, η πολιτική αυταρέσκεια και έπαρση των πρωτοστατών εκείνης της κίνησης, οι οποίοι ερμήνευαν την υποστήριξη στη συγκεκριμένη πρωτοβουλία τους ως ιδεολογικοπολιτική ταύτιση και αξίωναν, με αυταρχικό μάλιστα ύφος, την επέκταση αυτής της υποστήριξης σε άλλες ενέργειές τους. Μια από αυτές ήταν η κατάληψη του οικοπέδου στη συμβολή των οδών Πατησίων και Κύπρου, με αίτημα τη δημιουργία εκεί πάρκου, αντί για το πολυώροφο πάρκινγκ για το οποίο το προόριζε ο τότε δήμαρχος Νικήτας Κακλαμάνης. Αρχικά έβλεπα με πολλή συμπάθεια και αυτή τη διεκδίκηση. Αλλά τελικά δεν την υποστήριξα. Διότι (δεύτερος κατά τη σειρά λόγος της αποστασιοποίησής μου), ενώ ακόμη το οικόπεδο διαμορφωνόταν από τους καταληψίες σε πάρκο, ακαλαίσθητο εξάλλου, βρώμικο και καταθλιπτικό, έβλεπα να έχει ήδη γίνει χώρος εμπορίας ναρκωτικών, με την πλήρη ανοχή των εθελοντών φυλάκων του, δηλαδή της «ομάδας επαγρύπνησης».
Τρίτος λόγος ήταν η άκαμπτη, ξύλινη πολιτική αργκό που χρησιμοποιούσαν και χρησιμοποιούν οι καταληψίες για να ευαισθητοποιήσουν (υποτίθεται) τον κόσμο στις θέσεις τους, με αφίσες, πανό και τη «χορωδιακή» εκφορά των συνθημάτων τους. Το επισήμανε και ο Τάκης Θεοδωρόπουλος την περασμένη εβδομάδα από τη στήλη του. Ενα κίνημα νεανικό και εναλλακτικό δείχνει τη θέρμη της πνοής του πρώτα από όλα με τη γλώσσα που επινοεί, με τη φρεσκάδα, την πρωτοτυπία και την εμβέλεια των συνθημάτων του, ακόμη και όταν τα συνθήματα αυτά εκφράζουν αιτήματα που μένουν από παλιά ανικανοποίητα. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με την επανάληψη στο διηνεκές ενός απολιθωμένου, κλειστού και επιπλέον μοχθηρού λόγου, που μοιάζει σαν να επιχειρεί να προσηλυτίσει τους ήδη προσηλυτισμένους, ενώ για τους υπόλοιπους δεν είναι παρά ένας μηχανικός, εκνευριστικός θόρυβος. Σε αυτούς τους υπόλοιπους είναι πολύ δύσκολο να πιστέψουν ότι η ελεύθερη, ανοιχτή πολιτισμική έκφραση δεν είναι το πρόσχημα για την επιβολή της ιδεοληπτικής πρακτικής εκείνων που είναι γνωστοί με τον επίσης απολιθωμένο πια, ως λέξη και ως περιεχόμενο, όρο «αντιεξουσιαστές».
Σαν για να το επιβεβαιώσουν, οι καταληψίες του Β' Γυμνασίου έκαναν το τακτικό λάθος, που γι' αυτούς όμως ήταν προφανώς ζήτημα ιδεολογικής συνέπειας, να συνταυτιστούν με τους έξαλλους του κοντινού Οικονομικού Πανεπιστημίου. Εκεί σίγουρα δεν υπήρχε κανενός είδους ανοιχτή ή έστω κλειστή πολιτισμική δραστηριότητα. Ηταν μια γιάφκα επίδοξων Νετσάγεφ. Εκτός αν πρέπει να θεωρηθεί πολιτισμική δράση η καταστροφή τεχνικού υλικού του ιδρύματος και της προτομής του ευεργέτη του, του Γρηγορίου Μαρασλή, στο πνεύμα του γνωστού από κάθε αθηναϊκό τοίχο συνθήματος για γκρέμισμα του πολιτισμού (και αναβίωση, εικάζουμε, της αγνής κουλτούρας του αρχανθρώπου). Ή η προστασία του παρεμπορίου, ως πρώτου βήματος προς μια εναλλακτική οικονομία. Ή το αβρό κορτάρισμα και το τρυφερό πασπάτεμα τρομαγμένων φοιτητριών από σεξουαλικά πεινασμένους μελαψούς μικροπωλητές, στο πλαίσιο της διαπολιτισμικής προσέγγισης.
Παρ' όλα αυτά, ούτε επιχαίρω για την εκκένωση του Β' Γυμνασίου και άλλων κτιρίων ούτε αισιοδοξώ για τη συνέχεια. Στην Ελλάδα το φαινόμενο των καταλήψεων έχει την πανευρωπαϊκή μοναδικότητα να απλώνεται σε ερειπιώδη ιστορικά μνημεία που, αν τράβηξαν ποτέ κάποια προσοχή του Δημοσίου, μένουν εσαεί διατηρητέα χωρίς να γίνονται ποτέ διατηρημένα. Και δεν φταίνε γι' αυτό οι καταληψίες. Επειτα, είναι υπαρκτή και φυσιολογική η ανάγκη πολλών νέων ανθρώπων για δικές τους μορφές πολιτισμικής έκφρασης σε χώρους που δεν έχουν «καθεστωτική» σφραγίδα και δεν υποβάλλουν με τις λειτουργίες τους την αίσθηση της νωθρής αναπαραγωγής μιας ψυχρής άνωθεν κουλτούρας. Το κατά πόσο δικαιώθηκε η απόφαση για αστυνομική επέμβαση στο Β' Γυμνάσιο και άλλα ιστορικά κτίρια θα κριθεί από την τύχη αυτών των μνημείων στο μέλλον. Αλλά των καταληψιών η δικαίωση ή μη θα κριθεί, ό,τι και αν θέλουν να πιστεύουν οι ίδιοι, από ένα σύνολο που υπερβαίνει τον ιδεολογικό μικρόκοσμό τους.
 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...