Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

Την Παρασκευή θα ανατρέψουν τον Βενιζέλο!!

Ο Ανδρέας είναι μία εμβληματική φυσιογνωμία της Πλάκας. Ιδιοκτήτης ενός ιστορικού cafe της περιοχής, του Melina’s. Ο Ανδρέας κατάγεται από την Πάτρα, και ως εκ τούτου είναι ΠΑΣΟΚ, πριν ακόμη το ΠΑΣΟΚ ιδρυθεί. Βιοπαλαιστής ων, αναγκάζεται καθημερινά να κάνει πολλούς συμβιβασμούς προκειμένου να τα φέρνει βόλτα.
Όμως το ΠΑΣΟΚ, ΠΑΣΟΚ. Έφτασε στο σημείο να κάνει, όπως τώρα αναγνωρίζει, ακόμη και κουτουράδες, έξω από το μαγαζί του, όταν, στις 6 Μαΐου, το κόμμα που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου κατρακύλησε στο 13%.

Εχθές, ήμουν, με φίλους, τον Μιχάλη και τρεις Γιώργηδες, στο «Ζορμπά», στην ταβέρνα ακριβώς από κάτω από το Melina’s. Ο  Ανδρέα ήρθε στην παρέα, μας κέρασε και είπε το πρώτο ..ανέκδοτο. Ποιό ήταν αυτό; Ο άμοιρος, πιστεύει ότι την Παρασκευή, στην Εθνική Συνδιάσκεψη του ΠΑΣΟΚ, θα αποκαθηλώσουν τον Ευάγγελο Βενιζέλο! Και να σκεφτείτε ότι ο ίδιος, σαν φίλος του Σκανδαλίδη, είναι βενιζελικός. Τέτοια παράνοια!
Με αφορμή αυτό άρχισαν να λέγονται και άλλα ανέκδοτα, τα οποία ευθύς αμέσως και σας μεταφέρω, επειδή νομίζω περιγράφουν με εύθυμο τρόπο την πολιτική, οικονομική και κοινωνική συγκυρία που διερχόμαστε.
Ξεκινώ με το πρώτο. Τι εύχονται οι αστοί, καθαρευουσιάνοι, οπαδοί της Νέας Δημοκρατίας, στον Αντώνη Σαμαρά; Περαστικώς. Το ανέκδοτο δεν ειπώθηκε από κάποιον από την παρέα, αλλά μου μεταφέρθηκε τηλεφωνικώς από την Εσπερία, και μάλλον το διακινούν φίλοι της οικογενείας Μητσοτάκη, αλλά και ο Άρης Σπηλιωτόπουλος, ο Νικήτας Κακλαμάνης και λοιποί, οι οποίοι δεν μπορούν ακόμη να χωνέψουν το χουνέρι που τους έκανε ο Σαμαράς με το σχηματισμό της κυβέρνησης. Ανεξαρτήτως προθέσεων είναι έξυπνο, και αποδίδει με ακρίβεια το τι πρόκειται να συμβεί, μετά το θέρος, στη Νέα Δημοκρατία.
Το δεύτερο ανέκδοτο αφορά τις διαπραγματεύσεις με την τρόικα.
Ήταν λοιπόν ο Μανωλιός από τα Ανώγεια και πήγε να αγοράσει στάμνες από τη Χώρα, από το Ηράκλειο. Πάει στην αγορά βλέπει κάποιον που πουλάει στάμνες και τον ρωτά. Πόσο κάνουν, ωρέ σύντεκνε, τα μπότια; Σήμερα, ωρέ Μανωλιό, τα ‘χουμε σε καλή τιμή, οπού γιορτάζει ο Άγιος, του απαντά ο καταστηματάρχης. Και πόσο κάνουν; ρωτά ο Μανωλιός. Σήμερα και για σένα Μανωλιό 600 δραχμές το ένα μπότι, του λέει. Δίνει 1200 δραχμές και αγοράζει τα μπότια, τις στάμνες, ο Μανωλιός, τις φορτώνει στο αυτοκίνητο και πάει στο χωριό. Κάθεται, στο καφενείο, να πιεί μία τσικουδιά. Πίνει μία, πίνει δεύτερη, τρίτη, κάποια στιγμή έρχεται ένας συγχωριανός του, βλέπει τις στάμνες, και λέει στο Μανωλιό. Πουλάς ωρέ τον ένα μπότη; Τον πουλάω. Και πόσα θες; Εξακόσια. Πολλά είναι, σου δίνω πεντακόσια. Εντάξει, δώσε πεντακόσια και πάρτον, του λέει ο Μανωλιός. Τον ακούει ο φίλος του Μανωλιού, που μαζί είχαν πάει στη Χώρα και είχαν αγοράσει τα μπότια, και του λέει: Τι κανείς ωρέ, κουζουλάθηκες; Τον αγόρασες 600 και τον πουλάς 500; Και ο Μανωλιός του απαντά: Κουμπάρε έτσι είναι το εμπόριο τη μια κερδίζεις και τη μια χάνεις. Κάπως έτσι είναι και με την τρόικα. Χάσαμε με το μνημόνιο, ελπίζουμε να κερδίσουμε με την επαναδιαπραγμάτευση. Εκτός κι αν έχουμε πολλούς …Μανωλιούς, οπότε πάνε και τα μπότια και τα όβολα.
Το τρίτο ανέκδοτο, μετά από διαφωνίες είναι αλήθεια, η πλειοψηφία της παρέας συμφώνησε ότι αφορά τον Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ. Η μειοψηφία θεωρούσε ότι ταίριαζε γάντι στον Βενιζέλο για όσα κάνει προκειμένου να διαλύσει το ΠΑΣΟΚ. Εσείς, κατά το δοκούν, μπορείτε να το αποδώσετε όπου θέλετε.
Είναι λοιπόν στη φυλακή δύο τύποι. Ο ένας είναι λεπρός. Εκεί που κάθονται στο κελί, και κουβεντιάζουν για το πως μπορούν να αποδράσουν, ο λεπρός αρχίζει και ξύνει το αριστερό του αφτί. Μετά από λίγο αυτό του μένει στο χέρι. Δίνει μία και το πετάει, από το παράθυρο, έξω από το κελί. Μετά από λίγο, αρχίζει και ξύνει και το δεξί του αυτί. Του μένει και αυτό στο χέρι και τσακ το πετάει, από το παράθυρο, έξω από το κελί. Ύστερα από λίγο αρχίζει και ξύνει τη μύτη του. Του πέφτει κι αυτή και την πετάει έξω από το παράθυρο. Οπότε ο συγκρατούμενός του, εντυπωσιασμένος, του λέει: Μεγάλε, βλέπω σιγά σιγά την κάνουμε.
Τώρα που το γράφω και το ξανασκέπτομαι, νομίζω ότι ταιριάζει και στους δύο. Και στον Βενιζέλο και στον Τσίπρα. Ο μεν πρώτος βάζοντας απέναντι αρχικά τον Παπανδρέου, στη συνέχεια τον Λοβέρδο, την Διαμαντοπούλου, τον Παπουτσή, τον Πάγκαλο και πάει λέγοντας, στο τέλος θα την έχει …κάνει από το ΠΑΣΟΚ, για καμιά Ένωση Κέντρου Νέες Δυνάμεις, όπου Νέες Δυνάμεις ο Κούρκουλας, ο Βερνίκος και ο Τσαφτσαρής.
Ταιριάζει όμως και στον Τσίπρα, ο οποίος στην πορεία προς την κυβερνητική εξουσία θα αρχίσει, εδώ είμαστε και να μου το θυμηθείτε, να διώχνει τη… Ρόζα, την ΚΟΕ και τ’ άλλα συντρόφια, όπως έκανε, μεταξύ 1976- 1981, ο Ανδρέας Παπανδρέου με τον Τσεκούρα, την ΠΑΣΠ, τους τροτσκιστές, την ομάδα Τζουβάνου.
Σταματώ εδώ. Όχι γιατί η ώρα πήγε πέντε το πρωί, αλλά επειδή αν συνεχίσω δεν θα ‘χω καβάντζα για άλλη φορά. Κρατάω λοιπόν μερικά, μεταξύ αυτών και το, κατά τη γνώμη μου, κορυφαίο, το «κιχ», με την υπόσχεση να τα αφηγηθώ εν ευθέτω χρόνω.
Πριν βάλω τελεία και σας καληνυχτίσω ή μάλλον καλημερίσω, μπαίνω στον πειρασμό να αφηγηθώ  ένα τελευταίο. Δεν το είπα χθες στην παρέα, το φύλαγα να τους το πω μετά τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβερνήσεως. Δεν πειράζει θα με συγχωρέσουν. Συναντιώνται λοιπόν στην Κηφισιά, στο σπίτι του Σαμαρά, οι τρεις της συγκυβέρνησης για να δουν τι θα κάνουν με τους βουλευτές τους, φοβούμενοι τυχόν διαρροές, λόγω των σκληρών μέτρων, στην ψηφοφορία για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. Για να γλυκάνουν τους βουλευτές και να τους ανυψώσουν το ηθικό, ο Σαμαράς προτείνει να γεμίσουν τους τοίχους της Βουλής με γαλανόλευκες σημαίες ώστε να τις βλέπουν οι βουλευτές και να κυριαρχούνται από πατριωτικά αισθήματα. Ο Βενιζέλος προτείνει να βαφτούν οι τοίχοι της αίθουσας της Ολομέλειας με πράσινο χρώμα, που ‘ναι της ελπίδας, ώστε οι βουλευτές να μην απογοητεύονται, αλλά να ελπίζουν ότι με αυτά τα μέτρα θα βγούμε από το μνημόνιο. Ο Κουβέλης προτείνει να βάλουν στην αίθουσα βαρύ κόκκινο χαλί, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τα μέτρα που ψηφίζονται είναι σε αριστερή κατεύθυνση. Αφού συμφωνούν, πάνε στη Βουλή και θέτουν τις τρεις προτάσεις σε ψηφοφορία. Ενώ οι βουλευτές ψηφίζουν, ο Σαμαράς κοιτάζει προς το θεωρείο, και βλέπει μία γριούλα να κουνάει συνεχώς το κεφάλι της. Του κάνει εντύπωση και όταν τελειώνει η ψηφοφορία φωνάζει τη γιαγιά κοντά του. Γιαγιά, πως και από ‘δω, στη Βουλή, και γιατί κουνούσες συνεχώς το κεφάλι όταν ψηφίζαμε, τη ρωτάει. Παιδάκι μου, εγώ είμαι καθαρίστρια, του λέει, αλλά πριν με διορίσει, ο μακαρίτης ο Ανδρέας, στη Βουλή, ήμουν καθαρίστρια σε μπουρδέλο. Εκεί, κάθε φορά που στριμώχνονταν τα πράγματα, αλλάζαμε τις πουτάνες, όχι τις μοκέτες και τους καθρέφτες…
 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...