Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Γιατί μας αφορούν ακόμη τα «αγγελοπουλικά τοπία»

της Ελένης Κούκη

Υπάρχει μια σκηνή στις Μέρες του ’36 που δείχνει μια επίσημη τελετή θεμελίωσης κάποιου αθλητικού κέντρου. Σε ένα πλάτωμα, μέσα στα χώματα και τις πέτρες, έχει στηθεί μια εξέδρα με σημαιάκια και κλαδιά από φοίνικες. Νεαρές κοπέλες με φτηνές αποκριάτικες χλαμύδες πλαισιώνουν τους επισήμους, ενώ ως ακροατές στέκεται μια ομάδα νεαρών με αθλητική περιβολή και στρατιωτικό παράστημα. Ένας από αυτούς, μάλιστα, θα εκφωνήσει και τον όρκο της τελετής σε ακαταλαβίστικα αρχαία που ηχούν τόσο σουρεαλιστικά, όσο σουρεαλιστική προβάλλει και η εξέδρα της τελετής στη μέση της αλάνας.

Η σκηνή, φυσικά, δεν χρησιμεύει στην εξέλιξη της πλοκής, αλλά λειτουργεί ως ένα σχόλιο όχι τόσο για τη δικτατορία του Μεταξά, όσο για τη Χούντα. Την εποχή εξάλλου που προβάλλεται η ταινία, το 1972, ο Ασλανίδης έχει σπείρει δεκάδες θεμέλιους λίθους για γήπεδα σε ολόκληρη τη χώρα. Το πιο εκλεπτυσμένο υπονοούμενο, όμως, ίσως να κρύβεται στην επιλογή του τόπου που επιλέχτηκε για να γυριστεί η σκηνή. Προς το τέλος της τελετής, ο φακός απομακρύνεται από την εξέδρα, ανοίγει και αποκαλύπτει ότι η αλάνα βρίσκεται στην κορυφή ενός λόφου της Αττικής που δεσπόζει στον ορίζοντα της πόλης, όπως ακριβώς επρόκειτο να δεσπόζει και το «Τάμα», σαν νέα Ακρόπολη, το μεγαλύτερο μνημείο που σχεδίασε η Χούντα, αν και δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει.
Η κινηματογραφική γλώσσα του Αγγελόπουλου αξιοποίησε όλες τις δυνατότητες του υπονοούμενου για να φτιάξει τον κώδικά της, και οι τόποι που επέλεγε προσεκτικά ο σκηνοθέτης είχαν πάντα παραπάνω από μία σημασίες. Αυτό συμβαίνει και στη σκηνή των Δεκεμβριανών στον Θίασο. Ένα συλλαλητήριο με κόκκινες σημαίες φτάνει σε μια πλατεία, ξαφνικά πέφτουν πυροβολισμοί και αρκετοί διαδηλωτές πέφτουν νεκροί, οι υπόλοιποι διαλύονται. Αυτό που απογειώνει την αναπαράσταση των γεγονότων της 3ης Δεκεμβρίου του ’44 είναι και πάλι η επιλογή του χώρου. Η πλατεία δεν είναι μια οποιαδήποτε πλατεία, αλλά η κεντρική της παλιάς πόλης του Ναυπλίου, της πρώτης πρωτεύουσας του κράτους, και, φυσικά, ονομάζεται και αυτή πλατεία Συντάγματος. Ο Θίασος, εκτός από επική ερμηνεία της σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας, είναι και ένα νέο βλέμμα στο τοπίο της χώρας με έναν τρόπο συμπληρωματικό, σαν η αλήθεια των γεγονότων να μην μπορεί να λειτουργήσει αν δεν βρεθούν αυτοί οι τόποι που, σε πείσμα των επίσημων μασκαρεμάτων, κρατάνε τη δική τους αλήθεια. Αυτή, στην ουσία, είναι η κινητήρια δύναμη της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του, της Αναπαράστασης. Το ίδιο το φονικό, το γεγονός δηλαδή, δεν μπορεί ποτέ να αναπαρασταθεί, γι’ αυτό και τελικά η ταινία δεν αναλαμβάνει να δείξει αν είναι η σύζυγος ή ο εραστής της που σκότωσε τον μετανάστη· αυτά είναι υπόθεση μιας εξουσιαστικής δικαιοσύνης που φτάνει στο ερημωμένο χωριό του Ζαγορίου για να διαλευκάνει το έγκλημα, απαξιώνοντας με ηγεμονική άγνοια τους δράστες και συνθλίβοντας τα απομεινάρια της οικογένειας. Αυτό όμως που μπορεί με ειλικρίνεια να προσφέρει η ταινία είναι ένα άλλο βλέμμα σε έναν τόπο που φαντάζει άπειρα μακρινός από την Αθήνα και ο οποίος ζει τη δική του ζωή, πέρα από τις επίσημες λαογραφικές αφηγήσεις. Κατά κάποιον τρόπο, φαίνεται να υποστηρίζει ο Αγγελόπουλος, η αναπαράσταση αυτής της ζωής αποτελεί και την πιο ουσιαστική εξήγηση γι' αυτό που συνέβη.
Όχι, φυσικά, ότι ο ίδιος είναι ο πρώτος που ανακαλύπτει τα Ζαγοροχώρια. Για τη μεταπολεμική περίοδο τουλάχιστον, η τιμή αυτή αναμφίβολα θα πρέπει να αναγνωριστεί στο βασιλικό ζεύγος της Ελλάδας, που, μέσα από ιδρύματα για την τουριστική αξιοποίηση της περιοχής, ευελπιστούσε για την οικονομική ανάπτυξη που θα ανέστρεφε τη μετεμφυλιακή κατάσταση. Δεν μπορούμε να ξέρουμε πόσο καρποφόρησαν αυτά τα εγχειρήματα, σίγουρα όμως, όταν ο Αγγελόπουλος έφτασε στα Ζαγοροχώρια και θαμπώθηκε από τη θλιβερή ομορφιά τους, συνειδητοποιώντας το μέγεθος της άγνοιάς του ως «παιδιού της πόλης», όπως έχει εξομολογηθεί σε κάποια τηλεοπτική εκπομπή, η περιοχή είχε ήδη τους επισκέπτες της, κυρίως κυνηγούς, που εκτιμούσαν αυτά τα συνοριακά μέρη ως τερέν αιματηρών, αλλά αναίμακτων ανδρικών κατορθωμάτων. Από αυτούς τους παλιούς επισκέπτες ο Αγγελόπουλος διεκδικεί και παίρνει το δικαίωμά του να ερμηνεύει τον τόπο. Αυτά τα βουνά, που μοιάζουν ακατοίκητα, άρα έτοιμα για κατάκτηση από τους επισκέπτες των πόλεων, δεν είναι κενοί χώροι, υποστηρίζει στους Κυνηγούς, την ταινία με την οποία κλείνει την «Τριλογία της Ιστορίας», το 1977, αλλά περιοχές συσσωρευμένων αναμνήσεων, τόσο νωπών όσο το αίμα του αντάρτη που βρίσκεται νεκρός στα χιόνια από μια παρέα εύπορων κυνηγών των οποίων η ευμάρεια οφείλεται στο ότι αξιοποίησαν σωστά τις ευκαιρίες που πρόσφερε η μεταπολεμική εποχή, από τον Εμφύλιο μέχρι τη Χούντα.
Οι ταινίες του Αγγελόπουλου, λοιπόν, λειτούργησαν σαν ένα είδος οδηγού γι’ αυτούς που ήθελαν να «γνωρίσουν την άλλη Ελλάδα». Ήταν κι αυτή μια ουτοπία με πεπερασμένα όρια. Όσο πιο πολύ αναζητούσαμε τα «αγγελοπουλικά τοπία», όπως επικράτησε να λέγονται, το Δοτσικό στα Γρεβενά, τα «Ναυτάκια» στα Γιάννενα, το παλιό καφενείο με τη θεατρική σκηνή στην Άμφισσα, τους Ψαρράδες στις Πρέσπες, το κάστρο του Αντιρρίου, τόσο πιο πολύ αυτά μετατρέπονταν σε αξιοθέατα. Και κάποια στιγμή, όταν η «άλλη Ελλάδα» --αυτός ο ευφημισμός που τόσο αγαπήθηκε στη Μεταπολίτευση-- στερέωσε την τουριστική της υποδομή, τα αξιοθέατα με τις πολιτικές συμπαραδηλώσεις μπήκαν σε δεύτερη μοίρα, και άρχισαν πλέον να προβάλλονται οι αμιγώς τουριστικές υποδομές. Στη δεκαετία του ’90, αν κάποιος δημοσιογράφος ήθελε να γράψει ένα ταξιδιωτικό για την περιοχή του Αμυνταίου (σπάνια, αλλά συνέβαινε), μάλλον θα αναφερόταν στον ατμοσφαιρικό σταθμό του Αγίου Παντελεήμονα στη λίμνη των Πετρών, που χρησιμοποιήθηκε ως αγγελοπουλικό σκηνικό. Στις μέρες μας, με ένα γκουγκλάρισμα, διαπιστώνει κανείς ότι ως ταυτότητα της περιοχής πια προβάλλονται τα δύο πολύ καλά εστιατόριά της.
Και αυτά δεν γράφονται ως μομφή για την πρόσφατη, αλλά ανεπιστρεπτί περασμένη «εποχή της αφθονίας», και, πολύ περισσότερο, δεν γράφονται ως νοσταλγία για εκείνη τη μακρινή μεταπολίτευση, όταν το πολιτικό ηγεμόνευε ακόμη και στις εξορμήσεις του Σαββατοκύριακου. Αντίθετα, τα σημειώνουμε ως ένα εγχείρημα που πέτυχε, έστω κι αν μετά διέγραψε τον κύκλο του και εξέπνευσε. Αυτό που έκανε ο Αγγελόπουλος ήταν μεγαλοφυές. Μες στη Χούντα, την ώρα που η πολιτική κρίση κορυφωνόταν, εκείνος έφυγε από το επίκεντρό της, περιπλανήθηκε στην περιφέρεια, σε τόπους που η εξουσία ορίζει χωρίς ποτέ να λαμβάνει υπ’ όψη. Προσπαθώντας να καταγράψει την αλήθεια τους, σφυρηλάτησε τη δική του ερμηνεία, μια ερμηνεία τόσο πρωτότυπη, που σε καθήλωνε. Αναρωτιέμαι ποιες είναι οι άγνωστες περιφέρειες στις οποίες εμείς πρέπει να περιπλανηθούμε σήμερα για να σφυρηλατήσουμε τις δικές μας ερμηνείες.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...