Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Μεσαίοι Ελληνες της Μέσα Ελλάδας

Tου Nικου Γ. Ξυδακη

Μια ώρα δρόμος. Σε μια ώρα έχεις εγκαταλείψει τη θηριώδη μητρόπολη κι έχεις προσγειωθεί σε άλλο κόσμο, ελληνικό, οικείο, παρόμοιο, αλλά και διαφορετικό. Η θάλασσα, η ευρύχωρη πλατεία, οι ήρεμοι πεζόδρομοι, τα χαλαρά καφενεία, οι άνθρωποι που περπατούν χωρίς νεύρα, όλα όσα αντικρίσαμε Κυριακή πρωί στην Κόρινθο μετέδιδαν μιαν ηρεμία που μας λείπει στην Αθήνα. Και όλα οικεία: τα μαγαζιά με κόσμο λιγοστό, σχεδόν μελαγχολικά λιγοστό για τελευταία εμπορική Κυριακή του έτους, μαγαζιά εγκαταλελειμμένα, ένα σούπερ μάρκετ μεγάλης αλυσίδας ερημωμένο.
Μα το θερμότερο στοιχείο της προσγείωσης στην πόλη είναι οι άνθρωποι: «Τα μεν ουν χωρία και τα δένδρα ουδέν μ’ εθέλει διδάσκειν, οι δ’ εν τω άστει άνθρωποι». Ο Σωκράτης επανέρχεται διαρκώς από τον «Φαίδρο». Μας υποδέχονται άνθρωποι που δεν τους έχουμε ξανασυναντήσει, αλλά που ακαριαία τους αισθανόμαστε γνώριμους, σχεδόν οικείους.
Βρισκόμαστε στο Εμπορικό Επιμελητήριο, οίκο φιλόπονων εμπόρων και βιοτεχνών, και γνωρίζω ήδη ότι βρίσκομαι ανάμεσα σε ανθρώπους που μου μοιάζουν, με τους οποίους μιλάμε κοινή γλώσσα, μοιραζόμαστε κοινό ανθρωπολογικό υπέδαφος, παρόμοιες ανησυχίες για το παρόν και το μέλλον. Θυμήθηκα πώς περιέγραψε τον αρχαιογνώστη Σωκράτη Κουγέα ο Ζήσιμος Λορεντζάτος: σαν άνθρωπο της Μέσα Ελλάδας. Ο Κουγέας τόπωνε στην κάτω άκρη του Μωριά, στην έξω Μάνη, οι άνθρωποί μου βρίσκονταν στην άνω άκρη, στον ομφαλό που δένει τον Μωριά με τη Ρούμελη.
Μετά τέσσερις, τεσσερισήμισι ώρες θερμής, πολυκύμαντης, αδιάκοπης συνομιλίας, είχε επιβεβαιωθεί ο αρχικός σπινθηρισμός. Πράγματι, μια ώρα δρόμο από τη βασανισμένη νευρωτική μητρόπολη είχα αγγίξει τη Μέσα Ελλάδα. Επαλλε εκεί, στο μικρό αμφιθέατρο του Επιμελητηρίου της οδού Ερμού (σαν την Ερμού της Ερμούπολης), και στη μισοσκότεινη ταβέρνα αργότερα, όπου στήθηκε τραπέζι κυκλοτερές γύρω απ’ τη μασίνα. Γιατροί, δικηγόροι, εκπαιδευτικοί, αιρετοί στην αυτοδιοίκηση, λίγο πριν, λίγο μετά τα πενήντα, άντρες και γυναίκες, τέκνα της μεταπολίτευσης, της δημοκρατίας και της ευημερούσας Ελλάδας, απόφοιτοι δημόσιων σχολείων και πανεπιστημίων, διαβασμένοι, καλλιεργημένοι, ενημερωμένοι, ανήσυχα ζώα πολιτικά. Οικογενειάρχες, εργαζόμενοι, νοικοκυραίοι, μικροϊδιοκτήτες. Ικανοί να αναλύσουν με οξυδέρκεια ό,τι συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, να αναλύσουν λόγους και πράξεις πολιτικών, λόγους εφημερίδων και τηλεοράσεων, να τα διυλίσουν και να φτάσουν σε στέρεες κρίσεις, με επιχειρήματα και στοχαστικές προσαρμογές. Ολη η συζήτηση ήταν βαθύτατα πολιτική, υπαρξιακή, με ιστορικές ρίζες. Με ενάργεια εκπλήσσουσα ανελύοντο τα αίτια και οι παθογένειες, με αυτοκριτική διάθεση, για το πώς έφτασε η Ελλάδα στον γκρεμό. Χωρίς ψευδαισθήσεις. Αλλά και με εκπλήσσουσα βούληση για τομές και ρήξεις και συγκρούσεις, για νέα αρχή, για παραγωγική, πολιτική και πνευματική ανασυγκρότηση. Οι «Αθηναίοι» στεκόμασταν πιο διστακτικοί, αμφιβάλλοντες, αμφίβουλοι, με μειωμένη ζωτικότητα. Αυτή η ζωτικότητα, η αποφασιστικότητα, η ορμή για ρήξη και επανεκκίνηση ήταν η γνώση που αποκομίσαμε, μετά τη χαρά της οικειότητας.
Βγήκαμε από την ακατάπαυστη τύρβη της κεντρικής σκηνής και είδαμε την όλη εικόνα έξω από τη μητρόπολη, μέσα στην όλη Ελλάδα. Η εικόνα της όλης Ελλάδας συντίθεται από τέτοιους ανθρώπους, αυτοί είναι ο πυρήνας και η ουσία της, η κινώσα δύναμή της: μεσαίας τάξης, εγγράμματοι, παραγωγικοί, έντιμοι, ανεξάρτητοι, υπερήφανοι για ό,τι ακριβώς είναι. Αυτοί κρατάνε τη χώρα ακόμη στις πλάτες τους. Και αυτοί ακριβώς απειλούνται με αφανισμό - όχι μόνο διότι υπονομεύονται οι υλικοί όροι της αυτόνομης ύπαρξής τους, αλλά κυρίως διότι απειλείται η πολιτική τους ελευθερία, η πνευματική και ψυχική τους αυτονομία, η αυτόφωτη ταυτότητα. Απόλαυσαν όλα τα αγαθά της μεταπολεμικής ευημερίας και της ειρήνης, θα μπορούσαν ωστόσο να αντέξουν την απομείωσή τους, τη λιτότητα, ακόμη και τη φτώχεια. Δεν μπορούν όμως να υπομείνουν την ανελευθερία, την αναξιοπρέπεια, την ταπείνωση, την κοροϊδία, την αδικία. Το λένε με κάθε τρόπο: ήρεμα, σταθερά, οργισμένα.
Πνευματικά και ψυχικά αυτοί οι Ελληνες πολίτες βρίσκονται πολύ πιο μπροστά από τους παρόντες ηγέτες τους. Και πλέον το γνωρίζουν. Δεν αισθάνονται καν οργή για τους πολιτικούς, απλώς τους περιφρονούν και προσπερνάνε. Αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να πάρουν το τιμόνι στα χέρια τους. Η πλησιάζουσα καταστροφή δεν τους νάρκωσε, δεν τους φόβισε. Αισθάνονται με όλα τα κύτταρά τους ότι βρίσκονται εν κινδύνω, ατομικά και συλλογικά, ότι η πατρίδα βρίσκεται εν κινδύνω. Είναι έτοιμοι για την τρομερή συνάντηση με την Ιστορία.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...