Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Για τη Σλαβομακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα

Το ζήτημα  της πληθυσμιακής σύνθεσης της Μακεδονίας αποτέλεσε, μέχρι και το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αντικείμενο αντιπαραθέσεων αλλά και ριζικά διαφορετικών εκτιμήσεων ανάμεσα στις κυβερνήσεις των βαλκανικών χωρών.
Ήταν ένα πρόβλημα που «κληρονόμησε» και το ελληνικό κράτος, μετά τους βαλκανικούς πολέμους, αφού τα νέα εδάφη (και κυρίως η Μακεδονία) κατοικούνταν και από πληθυσμούς που δεν διέθεταν ελληνική εθνική ταυτότητα.[1]. Η ανταλλαγή των πληθυσμών που ακολούθησε έλυσε «μερικώς» το πρόβλημα όσον αφορά τους Τούρκους και Βούλγαρους κατοίκους. Αλλά στη Δυτική Μακεδονία παρέμειναν πληθυσμοί που αν και μιλούσαν «σλαβομακεδονικά» δεν εγκατέλειψαν τη χώρα.
Τα εναπομείναντα εις την Μακεδονίαν ξένα στοιχεία, δια τα οποία δύναται να λεχθεί ότι δεν απέκτησαν ακόμη πλήρως ελληνικήν εθνικήν συνείδησιν, είναι …Περί τους 80.000 σλαυόφωνοι, εκ των οποίων οι πλείστοι κατοικούν εις την Δυτικήν και Κεντρικήν Μακεδονίαν (επαρχίας Εδέσσης, Κοζάνης  Φλωρίνης και Καστοριάς), ελάχιστοι δε εις την Ανατολικήν Μακεδονίαν (επαρχίας Σερρών, Σιδηροκάστρου και Δράμας)...» ” (Πάλλης 1934, σελ. 408) [2].
Ακριβώς αυτά τα «στοιχεία» θα υποστούν τις επόμενες δεκαετίες ένα σύνολο απαγορεύσεων (όσον αφορά τη γλώσσα και τα έθιμά τους) και διωγμών, με αποκορύφωμα, την μερική εξόντωσή τους κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.
Σαν «ΣτάΣΗ» παρουσιάζουμε αποσπάσματα από ένα υπόμνημα είκοσι δακτυλογραφημένων σελίδων του Φίλιππου Δραγούμη, προς το Γενικό Επιτελείο Στρατού, με ημερομηνία 12 Νοεμβρίου 1948. Το υπόμνημα βρίσκεται στο προσωπικό αρχείο του Φ. Δραγούμη, στη Γεννάδιο Βιβλιοθήκη, στον υποφάκελο 104.6, με αριθμό εγγράφου 160 και τίτλο «Περί των παραμεθορίων βουλγαροφώνων πληθυσμών». Αναλύεται στο άρθρο του Δ. Λιθοξόου «Ο Φίλιππος Δραγούμης για τη μετονομασία της μακεδονικής γλώσσας». Από το άρθρο αυτό, προέρχονται και τα αποσπάσματα που απομονώσαμε.

Ο συντάκτης του υπομνήματος Φίλιππος Δραγούμης (1890 - 1980), καταγόμενος από το ελληνικό χωριό Βογατσικό ή Μπογκάτσκο της περιοχής Καστοριάς, γιος του Στέφανου και αδελφός του Ίωνα Δραγούμη, υπήρξε ένα κορυφαίο πολιτικό στέλεχος του ελληνικού κράτους.  Τέσσερις φορές βουλευτής Φλώρινας - Καστοριάς (1920 - 1922, 1926 - 1928, 1932 - 33, 1933- 35), πρώην γενικός διοικητής Μακεδονίας (1932 -1934), υφυπουργός Εξωτερικών (5/1944 - 1/1945, 4 - 11/1946), υπουργός Στρατιωτικών (11/1946 - 1/1947) και βουλευτής Θεσσαλονίκης τα χρόνια εκείνα .
Στο υπόμνημα αυτό, δίνονται κατευθύνσεις σχετικά με το χαρακτηρισμό του γλωσσικού ιδιώματος που μιλούν κάτοικοι (κυρίως) της Δυτικής Μακεδονίας. Παράλληλα προτείνεται η κατασταλτική πολιτική που πρέπει να ακολουθηθεί από την ελληνική κυβέρνηση για τον περιορισμό των δικαιωμάτων της  Σλαβομακεδονικής μειονότητας στη χώρα μας αλλά και ο τρόπος που αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μία μελλοντική «εξάπλωση» της χώρας στα Βαλκάνια.
Ο Φ. Δραγούμης, αν και μαίνεται ο εμφύλιος πόλεμος, δεν φαίνεται να ανησυχεί για την κατάληψη της Μακεδονίας από τους κομμουνιστές. Άλλωστε η αμερικάνικη βοήθεια ρέει άφθονη. Ο Δημοκρατικός Στρατός δεν έχει εφεδρείες και οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στη Ρούμελη και στην Πελοπόννησο -  μετά την εκκένωση όλου του πληθυσμού από τα ορεινά - δίνουν αποτελέσματα. Έτσι ασχολείται με την επόμενη ημέρα. Και εκφράζει την ανησυχία του, μήπως παρά την έκβαση του πολέμου,  εγερθεί από τον ΟΗΕ  θέμα Σλαβομακεδονικής μειονότητας.
« ….καθώς φαίνεται και από την διάσκεψιν του Ο.Η.Ε. εις Παρισίους επιμονήν του πανσλαυικού συνασπισμού, εντατικώς καλλιεργούντος την λύσιν της διεθνούς αναγνωρίσεως σλαυομακεδονικής μειονότητος εις την ελληνικήν Μακεδονίαν. Επειδή δε η προστασία των μικρών, των αδυνάτων και των μειονοτήτων είναι προσφιλές θέμα πάντων των αληθώς φιλελευθέρων και δημοκρατικών το φρόνημα λαών, τρέχομεν τον κίνδυνον να ιδώμεν τούτους εξαπατωμένους υπό του πανσλαυικού συνασπισμού και την ύπουλον πρότασιν τούτου γινομένην δεκτήν (σ. 5 - 6).
«Ο όρος σλαυική γλωσσική μειονότης είναι ουσιαστικώς ταυτόσημος προς τον όρον σλαυομακεδονική. Θεωρητικώς θα ηδύνατο να υποστηριχθή ότι δεν έχει στενώς εθνικόν χαρακτήρα, αλλά μόνον γλωσσικόν ή και ευρύτερον φυλετικόν. Την σλαυικήν οικογένειαν απαρτίζουν πολλά έθνη με διαφόρους σλαυικάς γλώσσας. Αλλ’ εις την πράξιν, εάν αναγνωρίζομεν σλαυικήν γλωσσικήν μειονότητα εις τη Μακεδονίαν, διάφορον της βουλγαρικής και της σερβικής θα μετεπίπτομεν αυτομάτως και αναγκαστικώς εις την σλαυοκομμουνιστικήν θεωρίαν της υπάρξεως ιδιαιτέρας σλαυομακεδονικής εθνότητος (σ.6).
Και αμέσως μετά, ο συντάκτης του υπομνήματος εξηγεί γιατί συμφέρει το ελληνικό κράτος, να μη βαπτίσει τους αυτοπροσδιοριζόμενους ως Μακεδόνες με το όνομα Σλάβοι ή Σλαβομακεδόνες, αλλά να θεωρηθούν Βουλγαρόφωνοι.
«Είναι μοιραίον, οι αναγνωριζόμενοι υφ’ ημών ως σλαυική γλωσσική, και όχι εθνική, μειονότης να επιδιώξουν την διεθνήν αναγνώρισην των ως σλαυομακεδονικής εθνικής μειονότητος και την προστασίαν των υπό του ανεξαρτήτου κράτους της Μακεδονίας, μέλους της ευρυτέρας Νοτιοσλαυικής Ομοσπονδίας του Τίτου, ενώ αναγνωριζομένων διεθνώς ως βουλγαροφώνου μειονότητος διασπάται κάπως η μακεδονική ενότης (σ. 9). ….. τοιουτοτρόπως ευχεραίνεται η αποβολή των ως πρακτόρων
«Η υπό τινων ελπιζομένη μελλοντική δυνατότης εκδιώξεως ή αναγκαστικής μεταναστεύσεως πάντων των βουλγαροφώνων, αδιακρίτως φρονήματος και παρά την θέλησίν των, αποτελεί πραγματικήν ουτοπίαν, ιδίως μάλιστα αν χαρακτηρισθούν ούτοι ως σλαυόφωνοι και όχι βουλγαρόφωνοι.
Ανταλλαγή πληθυσμών είτε προς την Γιουγκοσλαυίαν είτε προς την Βουλγαρίαν, κατέστη αδύνατος, διότι δεν υπάρχουν πλέον εις τας δύο αυτάς χώρας δεδηλωμένοι ελληνικοί πληθυσμοί και δη ελληνόφωνοι (σ. 11) [3].
Αναλύει λοιπόν τα μέτρα που πρέπει κατά τη γνώμη του να εφαρμοστούν:
Πράγματι δυνάμεθα διά διαφόρων νομίμων, συνταγματικών, αληθώς φιλελευθέρων και διεθνώς ανεγνωρισμένων μέτρων ν’ αποκεφαλίσωμεν την σλαυοκομμουνιστικήν σκευωρίαν εις την Ελλάδα. Αρκεί να εφαρμοσθούν τα μέτρα ταύτα κατά τρόπον συντονισμένον και ενιαίον υπό πάντων των αρμοδίων κλάδων της διοικήσεως και από συμφώνου όλων των πολιτικών κομμάτων.»
«Προς αποφυγήν των χειροτέρων συνεπειών της διεθνούς αναγνωρίσεως έστω και γλωσσικής μόνον - ήτοι όχι εθνικής - βουλγαροφώνου ή γενικώτερον σλαυοφώνου μειονότητος, είναι ανάγκη από τούδε ν’ αποφασίσωμεν και δραστηρίως, αλλ’ αθορύβως, να εφαρμόσωμεν τ’ ακόλουθα μέτρα, τα οποία από έτους επρότεινα προς τας τοπικάς αρχάς, διοικητικάς, δικαστικάς, στρατιωτικάς κλπ. της Δυτικής Μακεδονίας, όπως και προς το Υπουργείον επί των Εξωτερικών (προς τον μόνιμον υφυπουργόν κ. Π. Πιπινέλην) και προς το Γεν. Επιτελείον του Στρατού (Στρατηγόν κ. Σ. Κιτριλάκην).
α. Οι συνεργασθέντες μετά των κατακτητών, και δη των Βουλγάρων, κατά την κατοχήν και οι καταδικασθέντες και καταδικαζόμενοι δι’ εγκληματικάς πράξεις σχετιζομένας προς τον συμμοριτισμόν και τον κομμουνισμόν εις τας παραμεθορίους εκείνας περιφερείας, καθώς και οι οικειοθελώς καταφυγόντες εις τα γειτονικά εδάφη ή προσχωρήσαντες εις τας συμμορίας (όχι αναγκαστικώς) και φυγοδικούντες να θεωρηθούν επισήμως ότι απέρριψαν την ελληνικήν ιθαγένειαν και έκαμαν εμπράκτως επιλογήν άλλης υπηκοότητος.
Προφανώς οι συνεργάτες των Βουλγάρων και των Γερμανών δεν έπεσαν θύματα αυτής της πρότασης. Άλλωστε όλες οι συμμορίες που δρούσαν επί κατοχής κατά του ΕΑΜ εντάχθηκαν, μετά τη Βάρκιζα, στον «εθνικό κορμό» και αποτέλεσαν το βασικό εργαλείο για την άσκηση ωμής βίας στον  αριστερό πληθυσμό της περιοχής. Το μένος της ελληνικής κυβέρνησης εξαντλήθηκε στους κομμουνιστές. Ακόμα και σήμερα, έλληνες Σλαβομακεδόνες που έφυγαν σαν πολιτικοί πρόσφυγες μετά την ήτα του ΔΣΕ, στερούνται την ελληνική ιθαγένεια.[4]
Πάντως όταν ο Δραγούμης έγραφε το υπόμνημα οι «προσχωρήσαντες εις τας συμμορίας» αντάρτες του ΔΣΕ πολεμούσαν στη χώρα τους και δεν την είχαν εγκαταλείψει.
β. Τούτων να κατασχεθούν αι περιουσίαι, τα χωράφια δε να παραχωρώνται υπό του κράτους από τούδε προς καλλιέργειαν εις εγνωσμένων ελληνικών φρονημάτων ακτήμονας αγρότας συγχωριανούς αλλά μόνον εκ πλησιοχώρων περιοχών π.χ. εκ των ελληνοφώνων χωρίων του Γράμμου, δυναμένως ευκολώτερον να εγκληματισθούν εις τας σκληράς φυσικάς και κοινωνικάς συνθήκας των παραμεθορίων τούτων υψιπέδων, λαμβανομένης δε προνοίας όπως μη μεταβληθούν ούτοι εις τυραννίσκους των εναπομεινάντων παλαιών κατοίκων. Οι δε μέλλοντες να παραχωρηθούν εις τους εποίκους κλήροι δέον να είναι επαρκείς διά την συντήρησιν πενταμελούς οικογενείας, ώστε να έχουν συμφέρον να εγκατασταθούν οριστικώς και να μη εγκαταλείψουν με το πρώτον φύσημα αέρος τας νέας των κατοικίας.
Το μέτρο αυτό πράγματι εφαρμόστηκε. Σήμερα δε, αιτήματα επιστροφής περιουσιών, που έχουν κατασχεθεί, προερχόμενα από Σλαβομακεδόνες αλλά και Τσάμηδες της Ηπείρου αντιμετωπίζονται από το ελληνικό κράτος σαν «αλυτρωτική προπαγάνδα».
γ. Αι οικογένειαι των αδιακρίτως γλώσσης, δηλαδή και αι ελληνόφωνοι να εκτοπισθούν βαθμιαίως εις Νοτίαν Ελλάδα, σκορπιζόμεναι όμως επιμελώς ανά μίαν ή δύο το πολύ εις έκαστον χωρίον ή πόλιν συμφώνως προς τον νόμον περί ληστείας και προς ασφάλειαν των στρατιωτικών δυνάμεων, αι οποίαι διεξάγουν επιχειρήσεις εις τα παραμεθόρια. Κατά δε την μεταφοράν και την εγκατάστασιν των εις τους τόπους εκτοπίσεως να τηρώνται υπό των κρατικών οργάνων αυστηρώς όλαι οι νόμιμοι και ανθρωπιστικοί κανόνες συμπεριφοράς απέναντι των εκτοπιζομένων γυναικοπαίδων…
Αυτή η πρόταση δεν είναι καινοφανής αν σκεφτεί κανείς ότι ήδη οι ορεινοί πληθυσμοί της χώρας μετακινούνταν βίαια προς τις περιοχές που έλεγχε ο εθνικός  στρατός, και σε άλλες περιοχές της χώρας,  ώστε ο ΔΣΕ να στερηθεί τις εφεδρείες του. Από αυτή τη βίαιη μετακίνηση πληθυσμών (αλλά και από το μετεμφυλιακό κλίμα που ακολούθησε) η ελληνική ύπαιθρος δεν συνήλθε ποτέ.
Εις τα παραμεθόρια ευρίσκονται εγκατεστημένοι εις επίκαιρα σημεία και ελληνόφωνοι πρόσφυγες (ως π.χ. οι εκ Ρωσίας Καυκάσιοι καλούμενοι), των οποίων πολλοί δυστυχώς τυγχάνουν επικίνδυνοι κομμουνισταί. Διά να μη, λοιπόν, κατηγορηθή η ελληνική κυβέρνησις ως ενεργούσα παρανόμως, ανελευθέρως και απανθρώπως, και δη διωγμόν γλωσσικόν και φυλετικόν, θα ήτο ενδεδειγμένον ν’ αρχίση η εκτόπισις από των οικογενειών των ελληνοφώνων κακούργων.
Τοιουτοτρόπως θα καταφανή η αρχή ότι όσοι εκ των καταδίκων ή φυγοδίκων απέδειξαν εμπράκτως ότι θέλουν ν’ ανήκουν εις την σλαυομακεδονικήν, την βουλγαρικήν ή άλλην εθνότητα απέβαλον αυτομάτως την ελληνικήν ιθαγένειαν και δεν θα γίνουν πλέον δεκτοί εις το ελληνικόν έδαφος, θα τους σταλούν δε εν ευθέτω καιρώ αι οικογένειαί των, εφ όσον δεν θα τας έχουν ήδη παραλάβει μεθ’ εαυτών εις τας νέας των πατρίδας……
Τα πρώτα θύματα βεβαίως αυτής της πολιτικής, ομολογείται ευθέως, ότι θα πρέπει να προέλθουν από όσους είναι ή θεωρούνται κομμουνιστές. Εύκολα καταλαβαίνει κανείς τις συνέπειες τις διπλής ιδιότητας δηλαδή να είσαι Σλαβομακεδόνας και να χαρακτηριστείς και κομμουνιστής.
Πάντως από τις γραμμές που ακολουθούν ο Δραγούμης φαίνεται σίγουρος για τα αποτελέσματα που θα έχει η άσκηση αυτής της τρομοκρατικής πολιτικής στο Σλαβομακεδονικό πληθυσμό. Αυτό ίσως και να εξηγεί γιατί, τουλάχιστον μέχρι το 1980, δεν είχε τεθεί θέμα σλαβομακεδονικής μειονότητας από όσους κατοικούσαν στην Ελλάδα.
«Εάν και μετά τούτο ηθέλομεν ευρεθή ηναγκασμένοι διεθνώς ν’ αναγνωρίσωμεν την ύπαρξην σλαυοφώνου ή βουλγαροφώνου γλωσσικής μειονότητος εν Ελλάδι, δεν θα τολμήσει κανείς χωρικός να παρουσιασθή και να ζητήση είτε το άνοιγμα μειονοτικών σχολείων και ναών ή έστω και την απλήν διδασκαλίαν του γλωσσικού ιδιώματος των εις το ελληνικόν δημοτικόν σχολείον του χωρίου του, διότι εν τω μεταξύ οι ρευστής συνειδήσεως βουλγαρόφωνοι θα έχουν παραδειγματισθή εκ των συνεπειών της εκριζώσεως των σλαυοκομμουνιστικών πρακτόρων συγχωριανών των της α΄ κατηγορίας και θα έχουν διαφωτισθή καταλλήλως υπό των αρμοδίων αρχών μας. Ιδίως η αφαίρεσις των αγρών και η απομάκρυνσις των οικογενειών θα έχη εμποιήσει βαθυτάτην εις αυτούς εντύπωσιν, ώστε να μη υποκύψουν εις τας κρυφίας πιέσεις και απειλάς των σλαυοκομμουνιστών, εις τους επιδεικνύοντας δε εμμονήν εις την ελληνικήν παιδείαν και πίστιν εις την ελληνικήν εκκλησίαν θα είναι ωφέλιμον να χορηγώνται ειδικαί ηθικαί αναγνωρίσεις και επιβραβεύσεις. Εάν όμως αντιθέτως πεισθώμεν εις τας υστερικάς και δημοκοπικάς κραυγάς των ισχυριζομέμων ότι όλοι οι σλαυόφωνοι είναι ανάγκη να εκδιωχθούν βιαίως κλπ. θα δημιουργήσωμεν κατά την κρίσιμον ταύτην δια την διεθνή ειρήνη και την ελληνικήν υπόθεσιν στιγμήν ημείς, οι ίδιοι, εν Ελλάδι μειονότητα εθνικήν, της οποίας θα είναι αδύνατον πλέον ν’ απαλλαγώμεν δι’ οιασδήποτε αναγκαστικής ανταλλαγής ή άλλου ολοκληρωτικού μέτρου, απαραδέκτου διεθνώς και δυναμικώς απραγματοποιήτου.
Τοιούτο δυναμικόν μέτρον κατά τα μέσα του λήγοντος έτους ωρισμέναι στρατιωτικαί αρχαί εις Καστορίαν και Φλώριναν επιχείρησαν να εφαρμόσουν απελαύνουσαι διά της βίας εκ των περιφερειών τούτων προς τα σύνορα και προς τας κατεχομένας υπό των συμμοριτών περιοχάς τοιαύτας οικογενείας παραμεινάσας εις τα χωρία των. Το αποτέλεσμα υπήρξε μετά τινας ημέρας να επανέλθουν σχεδόν όλαι και μετά νέαν απέλασιν να επανέλθουν διά δευτέραν φοράν είτε εις τα χωρία των είτε εις άλλα γειτονικά. Ευτυχώς ετέθη τέρμα εις το αυθαίρετον και εξαιρετικώς επικίνδυνον τούτο παιγνίδιον υπό του Γ.Ε.Σ. και της κυβερνήσεως. [17]
Είναι απόλυτος ανάγκη ν’ αντιληφθώμεν ότι κανέν μεμονωμένον μέτρον δεν δύναται να τεθή εις εφαρμογήν άνευ υπευθύνου κυβερνητικής πρωτοβουλίας, πλήρους συνεργασίας και τελείου συντονισμού ενεργειών πάντων των αρμοδίων κλάδων της διοικήσεως. Οιασδήποτε δε πολιτική επί εθνικών ζητημάτων απαιτεί και την συγκατάθεσιν πάντων των νομιμοφρόνων μεγάλων πολιτικών κομμάτων. [18] Συγκεκριμένως διά την τελεία συνεργασία των στρατιωτικών, των δικαστικών και των καθαρώς διοικητικών αρχών και της χωροφυλακής με γενικήν κατεύθυνσιν διδομένην υπό του Υπουργείου επί των Εξωτερικών εν συμπνοία εννοείται με το Γενικόν Επιτελείον του Στρατού (σ. 15 - 18).
Ο Δραγούμης γίνεται εδώ απόλυτα σαφής. Τα μέτρα αυτά δεν μπορεί να είναι  αποσπασματικά ή μεμονωμένα, αλλά χρειάζεται συντονισμός όλων των αρμοδίων αρχών. Άλλωστε η μη εκδίωξη των τοπικών πληθυσμών στο σύνολό τους, αλλά μόνο των χαρακτηριζομένων ως κομμουνιστών, δεν προτείνεται για ανθρωπιστικούς λόγους αλλά στο πλαίσιο εξυπηρέτησης των επόμενων «εθνικών» στόχων.
Ωφείλομεν, να προσέξωμεν και την εξής άποψιν, η οποία εις το προσεχές μέλλον δεν αποκλείεται να έχη μεγάλην επίδρασιν επί της εθνικής μας εδαφικής ολοκληρώσεως, ότι κατ’ ουδένα τρόπον συμφέρει να δώσωμεν την εντύπωσιν ότι τάχα δεν θεωρούμεν ΄Ελληνας τους ξενόφωνους και ότι επιδιώκομεν την εξόντοσιν των. Δεν υπάρχουν δυστυχώς πλέον ελληνόφωνοι ελληνικοί πληθυσμοί εις τα διεκδικούμενα υφ’ ημών γειτονικά εδάφη, εκτός μόνον υπολειμμάτων τινών εις την νοτιοδυτικήν Βορείαν ΄Ηπειρον (ήτοι εις τας περιφερείας Πωγωνίου, Δελβίνου, Αγίων Σαράντα και Χιμάρας). …………… εάν λοιπόν αρνηθώμεν ότι οι ξενόφωνοι ΄Ελληνες της Ελλάδος είναι ΄Ελληνες, που θα στηρίξωμεν ενδεχομένην αξίωσιν να προσαρτήσωμεν γειτονικά εδάφη, κατοικούμενα εξ ίσου και συμπαγέστερον υπό ομοίων ξενοφώνων πληθυσμών; Πως θα διεκδικήσωμεν το Αργυρόκαστρον, την Πρεμετήν, την Κορυτσάν, την Μοσχόπολιν, το Μοναστήριον, την Γευγελήν, την Στρούμιτσαν, το Μελένικον, το Νεβροκόπι κλπ. (σ.19).
Αλήθεια ποια είναι τα «γειτονικά εδάφη, κατοικούμενα εξ ίσου και συμπαγέστερον υπό ομοίων ξενοφώνων πληθυσμών». Μήπως ουσιαστικά και από τον Φ. Δραγούμη αναγνωρίζεται η παρουσία μιας ιδιαίτερης συμπαγούς πληθυσμιακής ομάδας, στα βόρεια σύνορα της χώρας, που αυτοπροσδιορίζεται σαν Μακεδονική;
Ανεξάρτητα από αυτό, τα όσα αναφέρει ο Φ. Δραγούμης, δεν αποτελούν τις ευφάνταστες σκέψεις ενός ακροδεξιού πολιτευτή της εποχής του.  Εφαρμόστηκαν στον ένα ή άλλο βαθμό από τις μεταπολεμικές κυβερνήσεις της χώρας, με τραγικές συνέπειες για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Ελλάδας.  Τα όσα εξελίσσονται   σήμερα, σε σχέση με την αναγνώριση Σλαβομακεδονικής μειονότητας στη χώρα μας ή με την ονομασία του γειτονικού κράτους, αποδεικνύουν ότι η ελληνική άρχουσα τάξη παραμένει συνεπής, τόσο στις επιλογές όσο και στην ιστορία της. Το ερώτημα είναι, εάν σε αυτά τα δύο, παραμένει συνεπής και η αριστερά.

Κώστας Ευθυμίου

[1] Αντίθετα, το ελληνικό στοιχείο μειοψηφούσε αριθμητικά σ' όλους τους νομούς που βρίσκονταν στις βόρειες και ανατολικές περιοχές της Μακεδονίας. Σύμφωνα πάντα με τα επίσημα ελληνικά στοιχεία  η πληθυσμιακή σύνθεση των νομών αυτών ήταν το 1912-13 η ακόλουθη:
1) Νέστου: 2% 'Ελληνες, 98% Τούρκοι
2) Δράμας: 15% 'Ελληνες, 79% Τούρκοι, 5% Βούλγαροι
3) Καβάλας: 29% 'Ελληνες, 69% Τούρκοι, 2% “διάφοροι”
4) Παγγαίου: 40% 'Ελληνες, 60% Τούρκοι
5)Σιδηροκάστρου: 19% 'Ελληνες, 40% Τούρκοι, 37% Βούλγαροι
6) Κιλκίς: 2% 'Ελληνες, 66% Τούρκοι, 29% Βούλγαροι
7) Παιονίας: 36% 'Ελληνες, 42% Τούρκοι,17% Βούλγαροι
8) Θεσσαλονίκης: 29% 'Ελληνες, 23% Τούρκοι, 45% “διάφοροι”
9) Λαγκαδά: 36% 'Ελληνες, 50% Τούρκοι
10) Αλμωπίας: 54% Τούρκοι, 46% Βούλγαροι (καθόλου 'Ελληνες)
11) Εδέσσης: 40%  Έλληνες, 48% Τούρκοι,12% Βούλγαροι
12) Εορδαίας: 20% 'Ελληνες, 76% Τούρκοι
13) Φλωρίνης: 32% 'Ελληνες, 32% Τούρκοι, 35% Βούλγαροι.
Γιάννης Μηλιός: «Η διαμόρφωση του Νεοελληνικού έθνους και κράτους ως διαδικασία οικονομικής και πληθυσμιακής ομογενοποίησης» .
[2] Το ίδιο
[3] Ήδη από διάφορους εθνικιστικούς κύκλους, έχει ανακαλυφθεί ελληνική μειονότητα στην ΠΓΔΜ. Χαρακτηριστικό το άρθρο του Χολέβα στο «Αντίβαρο» www.antibaro.gr/national/xolebas_presbeira.php. Αλλά και οι πρόσφατες δηλώσεις του κ. Καρατζαφέρη περί ελλήνων Βλάχων στην ΠΓΔΜ.
[4] Αντίθετα το άγαλμα του τουρκόφωνου ταγματασφαλίτη Μιχάλ Αγά, συνεργάτη των γερμανών, κοσμεί ακόμα και σήμερα πλατεία της Κοζάνης

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...