Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Εγκλημα στο Κολωνάκι

Tου Απόστολου Δοξιάδη*

Το έγκλημα στο οποίο θα αναφερθώ είναι γνωστό σε ελάχιστους, δεν αναφέρθηκε στα ΜΜΕ κι ούτε θα κοινοποιούνταν ποτέ, αν δεν τύχαινε να έχω κάποιο γνωστό μου, αυτόπτη μάρτυρα. Αυτή καθεαυτήν η πράξη δεν είναι διόλου τρομερή: είναι μάλιστα τόσο κοινή, και διαπράττεται στη χώρα μας κάθε μέρα, με τέτοια συχνότητα, ώστε δεν κάνει εντύπωση σε κανέναν. (Οχι, όχι, δεν εννοώ τη φοροδιαφυγή.) Υπάρχει όμως κάτι που κάνει το έγκλημα αξιοπρόσεκτο. Ιδιαίτερα δε μια φράση, που ειπώθηκε ως δικαιολογία από έναν από τους συνεργούς, μέσα στη φοβερή της απλότητα αποκτά τεράστια, εμβληματική σημασία.

Το έγκλημα έγινε την Τετάρτη που πέρασε, στις 10.30 μ.μ., σε ένα μικρό ιταλικό εστιατόριο του Κολωνακίου, εκεί που βρέθηκε τυχαία ο πληροφοριοδότης μου. Κάποια στιγμή, λοιπόν, ενώ δειπνούσε με την παρέα του, έφθασαν και κάθησαν τέσσερις άνθρωποι, μεταξύ τους και ένας γνωστός πολιτικός, τέως υπουργός και νυν στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας, από αυτά μάλιστα που έχουν ξεχωρίσει για τις αιρετικές τους απόψεις – όπου αιρετικές στις ελληνικές πολιτικές φυλές (κοινώς: κόμματα) είναι όσες δεν συμπίπτουν απολύτως με του φυλάρχου-αρχηγού.
Η παρέα του πολιτικού κάθησε, παρήγγειλε κι άρχισε να κάνει ό,τι κάνει κάποιος σε ένα εστιατόριο. Κάποια στιγμή όμως, μετά το πρώτο πιάτο, ένα μέλος της έκανε μια μυστηριώδη χειρονομία προς τον σερβιτόρο, ο οποίος του ανταπάντησε με άλλη, κωδική επικοινωνία που προκάλεσε το ενδιαφέρον του γνωστού μου. Το νόημά της αποκαλύφθηκε αμέσως: η χειρονομία του πρώτου σήμαινε «να καπνίσω;» ενώ του σερβιτόρου «και δεν καπνίζεις;». Οπερ και εγένετο. Ο συνδαιτυμών του πολιτικού άναψε το τσιγαράκι του και άρχισε να φουμάρει. Αυτό, ναι μόνο αυτό, το ελάχιστο, ήταν το έγκλημα, τόσο κοινό πλέον που δεν ενοχλεί κανέναν, δηλαδή εκτός από όσους τους ενοχλεί το τσιγάρο (που είναι πάνω από τους μισούς συμπολίτες μας) αλλά και τους ελάχιστους εκκεντρικούς, κατά κάποιους ίσως βαθύτατα κομπλεξικούς, που τους προσβάλλει η προκλητική παράβαση των νόμων.
Ελα όμως που ένας απ’ τους περίεργους αυτούς καθόταν στο διπλανό τραπέζι! Και εδώ ακριβώς αρχίζει το ενδιαφέρον: διότι ο κύριος αυτός, αν και νεαρός, με όψη κοσμοπολίτικη και όχι κανενός σκοτεινού Σαβοναρόλα, γύρισε προς την παρέα του καπνίζοντος και είπε δυνατά: «Μπράβο, υπουργέ, ωραίο παράδειγμα δίνετε». (Αυτό το συνήθειο πάλι, να απονέμεται στην Ελλάδα ο τίτλος του υπουργού ισοβίως, σαν της ιπποσύνης, μου κάθεται στο στομάχι – αν και εν προκειμένω ο διαμαρτυρόμενος μάλλον το έκανε επίτηδες, για να καταστήσει σαφές σε ποιον μιλάει.) Ο πολιτικός, που όπως όλοι οι πολιτικοί ενδιαφέρεται βαθιά για τη γνώμη του κόσμου όταν αυτή εκφράζεται δημόσια, ρώτησε απορημένος: «Σε εμένα μιλάτε;». Ο άλλος τού αποσαφήνισε ότι ναι, σε εκείνον μιλάει, οπότε ο πολιτικός σηκώθηκε, πλησίασε, κι έγινε μια στιχομυθία εις επήκοον του πληροφοριοδότη μου, την οποία μεταφέρω: «Σε τι ακριβώς αναφέρεσθε;», ρώτησε ο πολιτικός αθώα. «Στο γεγονός ότι ανέχεσθε στην παρέα σας να καπνίζουν», είπε ο νεαρός. «Τι παράδειγμα δίνετε στους πολίτες για τον σεβασμό στους νόμους;». Ο πολιτικός πήρε ύφος πονοψυχιάρικο. «Μα δεν καταλαβαίνετε, κύριέ μου», είπε. «Οι άνθρωποι αυτοί έχουν πρόβλημα, είναι εθισμένοι!». Ο συνομιλητής του πολιτικού αντέδρασε ψύχραιμα. Ζύγισε την απάντηση λίγο, και είπε: «Ωραία. Και εγώ λοιπόν, καθότι επιχειρηματίας, είμαι εθισμένος στο χρήμα. Οταν ξανάρθει η εφορία για να πληρώσω, θα το προβάλω ως δικαιoλογία. Θα έρθετε να με στηρίξετε;». Ο πολιτικός εδώ είπε τα αναμενόμενα «μα δεν είναι έτσι», «δεν είναι το ίδιο» κ.λπ., αλλά καθώς είδε ότι με τον άλλο δεν βρίσκει άκρη, και δεν ήθελε να κρυώσει κι η μακαρονάδα του, επιστράτευσε το απόλυτο, το τελειωτικό επιχείρημα, αυτό που έκρινε ότι θα αγγίξει την ψυχή και του πιο δύσκολου Ελληνα. Εσκυψε, πήρε συνωμοτικό ύφος, και είπε: «Συμφωνώ απολύτως μαζί σας. Στο σπίτι μου, να ξέρετε, τους βγάζω στο μπαλκόνι και καπνίζουν. Αλλά εδώ... καταλαβαίνετε!».
Ο πολιτικός είπε καληνύχτα και γύρισε στο τραπέζι του, όπου η παρέα του συνέχισε να καπνίζει όλη την υπόλοιπη βραδιά. Ο άλλος είχε μείνει εμβρόντητος, ίσως γιατί ένιωσε, όπως ένιωσα κι εγώ όταν άκουσα την ιστορία, ότι του είχε αποκαλυφθεί διά μιας, «εξαίφνης» όπως λέει ο Πλάτων πως φανερώνεται η αλήθεια, η πεμπτουσία του προβλήματος της δημόσιας ζωής μας: η πλήρης απαξίωση της έννοιας του δημόσιου συμφέροντος, από έναν λαό που έχει ιδιαιτέρως οξυμένη αντίληψη του ιδιωτικού. Αυτή τη διάσταση την εκδηλώνουμε καθημερινά όλοι μας: ο κύριος που δεν θα άφηνε επ’ ουδενί το σκυλάκι του να κάνει την ανάγκη του στον διάδρομο του σπιτιού του θεωρεί φυσικότατο να το αφήνει να τα αμολάει στους διαδρόμους της πόλης, τα πεζοδρόμια – σάμπως δικά του είναι; Η διευθύντρια του σχολείου, που δεν θα ανεχόταν ίχνος σκόνης στο κομοδίνο της, δεν ενοχλείται διόλου να είναι το σχολείο της λερό, μουτζουρωμένο με συνθήματα, με θρανία σπασμένα – σάμπως δικό της είναι; Και του υπουργού που θα ελέγξει τρεις φορές τον λογαριασμό των κοινοχρήστων του δεν του καίγεται καρφάκι αν σπαταλώνται από τις υπηρεσίες του δισεκατομμύρια – σάμπως δικά του είναι;
Μα το συγκλονιστικότερο παράδειγμα είναι αυτό, το ελάχιστο, στο εστιατοριάκι: ο πολιτικός που λέει ευθαρσώς ότι σπίτι του βγάζει τους καλεσμένους στο μπαλκόνι να καπνίσουν, ενώ δεν νοιάζεται διόλου αν η παρέα του παρανομεί στον δημόσιο χώρο. Αυτός, που θα έπρεπε να νιώθει πάνω απ’ όλους ότι είναι δικός του, είναι όλων μας.

* Ο κ. Απόστολος Δοξιάδης είναι συγγραφέας.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...